Κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού για ένα δευτερόλεπτο πριν σηκώσω τα πόδια μου από το πάτωμα βγάζοντας τις κάλτσες και πέφτω κάτω από το πάπλωμα της λήθης, μόνο και μόνο για να ξυπνήσω το επόμενο πρωινό αβέβαιη για την ίδια μου την αναπνοή.
Και σε αυτό, δεν είμαι μόνη. 8:00 το πρωί προσπαθώ να ανασυνταχτώ από τον βραδυνό ύπνο που μου φάνηκε ότι κράτησε για παραπάνω από μια ζωή. Ονειρεύτηκα ότι είχα κάνει οικογένεια, τα παιδιά μου παίζαν σε κάποιο σκάμμα, γύρνουσα από τη δουλειά και έφτιαχνα φαϊ, πήγαινα ταξίδια με ένα σακίδιο και έβγαζα φωτογραφίες, οδηγούσα και κάπνιζα, μετά πονούσαν τα κόκκαλά μου, ψώνιζα σε ένα πολυκατάστημα, μιλούσα για μουσική, έτρωγα με φίλους, γέλαγα, έβλεπα τη θάλασσα από την άκρη ενός γκρεμού, κάποιος μου κρατούσε το χέρι και μετά πέθανα.
Τα όνειρα πεθαίνουν με την αυγή, είναι γνωστό. Μερικές φορές δεν γεννιούνται καν, ενώ τις περισσότερες φορές δεν έχουν καμιά σημασία γιατί κοιτάς μέσα από το ιδρωμένο πάπλωμα προς το παράθυρο που βλέπει σε ένα θολό πρωινό. Είναι τέτοια η ένταση μέσα σου ενώ αντίθετα, τα πόδια σου τα νιώθεις ραμμένα στο ύφασμα του στρώματος. Τα μέλη σου μοιάζουν μουδιασμένα, σαν να κοιμήθηκε ένας άνθρωπος 300 κιλά όλο το βράδυ επάνω σου, χωρίς να σε ρωτήσει. Αλλά πάλι, μπορεί και να τον κάλεσες, δεν θυμάσαι. Το δωμάτιο έχει πλέον φως, ίσως όχι και τόσο, ίσως είναι σκοτάδι, θέλεις να πάρεις τους φίλους σου τηλέφωνο να ρωτήσεις: είναι σκοτεινά ή όχι? Έχει ομίχλη ή σκόνη? Θα βρέξει ή θα έχει καύσωνα? Ντρέπεσαι όμως να ρωτήσεις κάτι τόσο γελοίο, φοβάσαι κατά βάθος ότι και αυτοί δεν θα ξέρουν.
Ξηλώνεις τα πόδια σου από το στρώμα, πας προς την κουζίνα να φτιάξεις έναν καφέ και με την πρώτη γουλιά καταλαβαίνεις ότι έχει γεύση φρυγανιάς με μαρμελάδα φράουλα. Ήσουν σίγουρος ότι είχες δει την ετικέτα, όπως και σίγουρος ήσουν ότι κάποτε είχες τη συνήθεια να πίνεις μόνο καφέ το πρωί, όμως τώρα κάποιος σε έπεισε να πάρεις φρυγανιές ή μπορεί και να άλλαξες με τα χρόνια.
Παίρνεις την κούπα, πας προς το παράθυρο χωρίς κανέναν έλεγχο σε τίποτα πια. Βάζεις τα ρούχα, βγαίνεις από το σπίτι. Δεν έχει νόημα ούτε καν να αμφισβητήσεις όλα αυτά που σου συμβαίνουν γιατί δεν είναι δικά σου, δεν είσαι πια εσύ. Δεν έχει καύσωνα ούτε ομίχλη, οι δρόμοι που περπατάς είναι λούπες σε τόνους του γκρι σε αρχαίο παιχνίδι Atari, περπατάς μέσα σε μια οθόνη με χιόνια, μονάχος. Τον καφέ που ήπιες δεν ξέρεις αν θα τον κατουρήσεις.
Μην ανησυχείς, έτσι πρέπει να νιώθεις. Πάντα πριν από μια καθαρή μέρα υπάρχουν πολλά θολά πρωινά.



