Δεκατέσσερα χρόνια πριν – στην Αλάσκα – έλιωσαν 127 χιονάνθρωποι, και η χιονανθρωπότητα πενθούσε την απώλεια του θαλάσσιου ελέφαντα, που ποδοπατήθηκε από τον πατέρα του, που ήταν μεθύστακας. Όλοι ήταν πολύ στενοχωρημένοι για τον χαμό του. Όταν άνοιξε ο τάφος, το πτώμα ήταν σε προχωρημένη σήψη και βρωμούσε αηδιαστικά. Η βρώμα ήταν φανταστική και όλοι είπαν ότι έφταιγε ο άχρηστος υπάλληλος του ορφανοτροφείου. Έτσι του ήλθε η ξαφνική ιδέα να ληστέψει την τράπεζα. Έβγαλε το αυτοσχέδιο όπλο του και το κόλλησε στο μέτωπό του ταμία:
-ΒΡΕ ΠΟΥΣΤΑΡΑ, ΛΕΓΕ! ΠΟΣΟΙ ΗΤΑΝ; 10; 30;
-ΔΕΝ ΣΕ ΦΟΒΑΜΑΙ ΑΝΕΣΤΗ! ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟ ΛΕΩ…
Ξαφνικά, μπήκαν άλλοι δύο! Όλοι πάγωσαν… Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της γκόμενάς του. Η ανάσα του μπάρμαν βρωμούσε ουίσκι και αίμα… Χλάτσα-χλούτσα φώναζαν όλοι οι αναρχικοί όταν έσβησε το κερί της γνώσης και του μόχθου της εργατιάς που γιόρταζε την Πρωτομαγιά οκτώ φορές. Και αφού το διαστημόπλοιό μας ολοκλήρωσε την τροχιά του γύρω από τον Λαγό Β, ανοίξαμε ένα μπουκάλι σαμπάνια. Σαμπάνια ή συμπόνοια, δεν έχει καμία σημασία… Όταν τις ανοίξεις, κάνουν τον ίδιο ήχο.
Όμως, ύστερα από εννέα ποτήρια Tenessee όλα φαίνονταν και ακούγονταν το ίδιο. Ευτυχώς που υπήρχαν τα τυρομπαλάκια. Και τί θα κάναμε άλλωστε; Όπως και νά ‘χει το πράγμα, έτσι είναι και δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά. Η ουσία είναι μία… Όλα έμοιαζαν σαν ψέμμα εκείνη την άνοιξη στην Αλάσκα…


