του Ευθυμίου Μπανάνα
Επεκτάθηκε επιτέλους και στην επαρχία του Δυτικού Κόσμου η Αγία Εκκλησία της Pop. Μετά από πρόσκληση φίλων, προσήλθα για το δέον προσκύνημα στα εγκαίνια, ευελπιστώντας να απαλύνω το – γνωστό σε όλους μας – πένθος της Κυριακής. Το σκηνικό, υποβλητικό όπως αρμόζει στην περίσταση, είχε στηθεί στην αρχιτεκτονική επιτομή του νεοελληνικού μεγαλοϊδεατισμού. Στην παράσταση χοροστάτησε κάποιος εκνευριστικός φιλόμπουρδος από την άλλη όχθη, με παπαδοπαίδια δύο προσήλυτους post-έφηβους από τα μέρη μας. Επίτιμοι προσκεκλημένοι ήταν εκπρόσωποι του κινήματος από τις τέσσερις γωνιές της γηραιάς ηπείρου, αλλά και συγκροτήματα εγνωσμένου κύρους, προς τέρψη του φιλοθεάμονος κοινού. Προσέλευση ικανοποιητική, καιρός αίθριος, ορατότητα εξαιρετική, παρά την απόσταση από το Ιερό.
Η βραδιά δεν άρχισε καλά όμως. Με το που έκατσα στο κομμάτι μάρμαρο που μου αναλογούσε και έκανα να ανάψω, η διπλανή δεσποινίς αποφάσισε να μου κάνει μάθημα Greek History X, καταλήγοντας: «ε, όχι και τσιγάρο σε αυτόν το χώρο, ΕΛΕΟΣ!». Εάν επρόκειτο για εχέφρονα άνθρωπο, θα έκανα τον κόπο να της εξηγήσω ότι «όπως βλέπετε, έχω ειδικό για την περίσταση σταχτοδοχείο-κουτάκι Mythos, ώστε να μην πληγώσω τον χώρο όπου αναγεννήθηκε από τη στάχτη του το Αθάνατο αρχαίο πνεύμα, ενώ η συναυλία είναι ανοικτή, γεγονός που συνεπάγεται ότι ο καπνός που βγαίνει από τα κατάμαυρα εδώ και χρόνια σωθικά μου δεν θα σας ενοχλεί». Εντούτοις, συνυπολογίζοντας την – ορατή δια γυμνού οφθαλμού – πολυετή έλλειψη σεξουαλικών επαφών που την βασάνιζε, έδωσα τόπο στην οργή και συνέχισα να εισπνέω πίσσα, χημικά και νικοτίνη, αναλογιζόμενος από τη μία τις αρετές του καπνού που με τόση μαεστρία περιγράφει ο Σκηνοθέτης στην αυτοβιογραφία του και από την άλλη τον υγειονομικό φασισμό της υποχόνδριας διπλανής.
Εν πάση περιπτώσει, η μουσική ξεκίνησε με εκπροσώπους του ελληνικού πενταγράμμου, λίγα κομμάτια των οποίων γνώριζα από προηγούμενες ολονυκτίες μου σε οινοπνευματοπωλεία. Κανένα ενδιαφέρον, εκτός από το διάλλειμα για διαφημίσεις, κάτι που ήταν πρωτόγνωρη εμπειρία – για μένα τουλάχιστον – σε συναυλία. Το θέμα είχε ως εξής: εκατομμύρια τηλεθεατές ανά την Ευρώπη διασκέδαζαν βλέποντας στις οθόνες τους εμάς να υποκρινόμαστε τους ενθουσιασμένους πιστούς του Ψυχοπομπού στον κόσμο της Pop. Κάθε μισή ώρα, έπεφταν διαφημίσεις, διακοπτόταν το event και πηγαίναμε τουαλέτα, συζητούσαμε μεταξύ μας και χαλαρώναμε. Με ένα περίεργο τρόπο, συμμορφωνόμασταν στις επιταγές του αόρατου σκηνοθέτη και κάναμε διάλλειμα από την παράσταση στην οποία πρωταγωνιστούσαμε δωρεάν. Χωρίς να αντιλαμβανόμαστε μάλλον την αίσθηση του γελοίου στον ρόλο μας, το σόου συνεχίστηκε με μία απόγονο Βρετανών κακοποιών που έσφαζαν Αβορίγινες για χόμπι. Η κυρία άφησε καλές εντυπώσεις και επιτέλους μπήκαμε στο ψητό.
Οι Lads από το Leeds ήταν εξαιρετικοί. Ο τραγουδιστής τους, κυριευμένος από Διονυσιακή έκσταση, ή έστω υπό την επήρεια ενός υποπροϊόντος θαυμαστού φυτού που ευδοκιμεί στην Κεντρική Αμερική, έβγαλε τα εσώψυχά του στη σκηνή. Για κακή μου τύχη, οι εξέδρες ήταν άβολες, οπότε περιορίστηκα σε ενθουσιώδη χειροκροτήματα, όπως και οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι. Στην αρένα, το πλήθος προς στιγμήν έδειξε ζωντανό, κάτι που αναπτέρωσε τις ελπίδες μου για το μέλλον αυτού του τόπου. Τέλος, μετά από αρκετά διαφημιστικά διαλλείματα, ήλθε η ώρα της μπάντας που οι περισσότεροι γνώριζαν καλά. Οι Αθηναίοι με το περίεργο όνομα (διάλεξαν τυχαία τρία γράμματα του αλφαβήτου, λέει ο αστικός μύθος) είχαν δύσκολο έργο, καθώς οι Βρετανοί που προηγήθηκαν είχαν βάλει ψηλά τον πήχη. Εντέλει, δεν μας απογοήτευσαν. Με μία άκρως επαγγελματική εμφάνιση που κράτησε 90 λεπτά just, έπαιξαν σχεδόν ό,τι θέλαμε να ακούσουμε. Το χειρότερο σημείο της βραδιάς όμως έφτασε στη μέση του set τους περίπου. Τραγουδώντας «Every whisper, οf every waking hour, Ι’ m choosing my confessions…» ο Αμερικάνος performer κατέβηκε από τη σκηνή και πήγε στην «μπάρα», εκεί όπου βρίσκεται το φανατικό υποτίθεται κοινό. Έτεινε το μικρόφωνο για να τραγουδήσουν και να χορέψουν μαζί του. Οι προβολείς εστίασαν στον μικρόκοσμο της πρώτης σειράς. Οι σπόροι του Μωάμεθ του κατακτητή όμως, αντί να συμμετάσχουν στο τραγούδι, έβγαλαν άπαντες τα κινητά τους και άρχισαν να κινηματογραφούν τον δύσμοιρο καλλιτέχνη που βρίσκονταν δίπλα τους. Προσπάθησαν να καταγράψουν μία εμπειρία τους, χωρίς όμως να την έχουν ζήσει προηγουμένως. Επιχείρησαν να αποθήκευσαν στην memory card αυτό που θα έπρεπε να νιώσουν. Τα φώτα άνοιξαν σε όλο το στάδιο και η πραγματικότητα αποκάλυψε το φρικτό της πρόσωπο. Οι περισσότεροι εξ ημών των μελωδούντων δεν βλέπαμε τη συναυλία με τα ματάκια μας, αλλά μέσα από την οθόνη του κινητού. Στη συνέχεια θα την ανεβάσουν στο MySpace και το YouTube, προσπαθώντας να θυμηθούν κάτι που δεν τους συνέβη. Μόλις τελείωσε το hit της βραδιάς, αυτό που όλοι ήθελαν να απαθανατίσουν με τα gadget τους, περίπου 5.000 αν όχι περισσότερα, άτομα έφυγαν (μαζί τους και η αντιπαθητική αντικαπνιστής). Το συγκρότημα συνέχιζε να παίζει το αρμόζον στην περίπτωση Imitation of Life. Οι αποχωρήσαντες οπαδοί του MTV πήγαν σπίτια τους για το απαραίτητο upload όσων κατέγραψαν χωρίς να ενδιαφέρονται για το περιεχόμενό τους. Καημένε Michael Stipe, you are all iPhoned now…


