Δεν ξέρω τι συμβαίνει τελευταία, κάποιος ρίχνει ρατσιστόσκονη απ’την Ακρόπολη και το βοριαδάκι την παρασέρνει σε πάμπολλα ελληνικά σπίτια, μικροαστά, μεγαλοαστά, μικρομεγαλοαστά, αστά, αστά λάιτ, προλεταριακά, λούμπεν προλεταριακά (όχι, το λούμπεν δεν είναι γερμανικό γλυκό -αν δε διάβασες το Κεφάλαιο σου πριν πας για ύπνο πρέπει να πεις τη διεθνή 7 φορές- αλλά είναι το εξαθλιωμένο προλεταριάτο χωρίς ταξική συνείδηση κατά Μαρξ, στο οποίο βέβαια φωλιάζει η ελπίδα για την επανάσταση κατά Μπακούνιν αλλά αυτό κι αν είναι μια μεγάλη συζήτηση) και τα λοιπά. Και προς έκπληξην πολλών, τρυπώνει και σε σπίτια ανδρών επιφανών που η γη δεν έχει γίνει τάφος, αλλά χαίρουν άκρας υγείας οι άνθρωποι – αυτό προς λύπην κάποιων, εγώ δε μοιράζομαι το συναίσθημα, ας μην υπερβάλλουμε, εδώ είναι ζωντανή η Τατιάνα Στεφανίδου, άσε που στο τέλος κανείς δε γλιτώνει. Έχουμε λοιπόν το Θεοδωράκη με το πολυσυζητημένο μόρφωμα του «ΣΠΙΘΑ» και τις κατά καιρούς εθνικιστικές εξάρσεις, τον Κούνδουρο με τις βίαιες ρατσιστικές δηλώσεις και τώρα το Σαββόπουλο με τα σχόλια περί ναρκομανών, μεταναστών και «καθαρισμού» του κέντρου της πόλης.
Οι πιο πολλοί εκπλήσσονται και αγανακτούν, όπως κι εγώ εκ πρώτης, γιατί σου λέει δε γίνεται, εσύ, που κάποτε με το έργο σου αλλά και με τη ζωή σου αντανακλούσες ιδεώδη κι εξέφραζες με παρρησία, ειλικρίνεια, έμπνευση, ταλέντο και λυρισμό ιδέες και συναισθήματα, πολύτιμα για την πολιτιστική πορεία προς την Ελευθερία του Πνεύματος και της Έκφρασης –ή κάτι τέτοιο όχι τόσο πομπωδώς διατυπωμένο- να λες ασύστολες κι εξωφρενικές ακυρίλες. Και δε μπορεί να τα λες γιατί έχεις κι ευθύνη από τη στιγμή που σου προσφέρεται το βήμα λόγω ιδιότητος. Αλλά εντάξει, πόσα να αντέξει κι ο κόσμος; Οι Μπουμπούκοι φροντίζουν να εξαντλούν τη γλίτσα, τη σκατοψυχία, τη βλακεία και τη διεστραμμένη λογική τόσο εκτενώς που μετά, οποιαδήποτε δήλωση των παραπάνω, εννοείται πως είναι όχι μόνο δημοκρατική, αλλά μη σας πω και βαθιά ριζοσπαστική και επαναστατική.
Όμως αυτό που θέλω να πω είναι ότι ένας άνθρωπος δεν χαρακτηρίζεται από μόνο ένα πράγμα. Ο καλλιτέχνης είναι κι αυτός ένας άνθρωπος. Με μια πιο σπάνια και λίγο μαγική δεξιότητα. Δεν είναι όμως ο μάγος της φυλής, που ό,τι λέει έχει βαρύνουσα σημασία για κάποιο μεταφυσικό λόγο. Γιατί αν αυτά που είπε ο Σαββόπουλος τα έλεγε κάποιος θείος μας, σιγά τα εξωφρενικά, δε θα κάναμε έτσι, άσε που τα λέει κιόλας και δεν του λέμε και τίποτα. Θυμώνουμε όμως πιο πολύ μαζί του γιατί μας ματαιώνει τη λανθασμένη προσδοκία. Ο ιξ καλλιτέχνης έχει ένα ιδιαίτερο χάρισμα που προσπάθησε και κατάφερε να εκφράσει υπό συγκεκριμένες συνθήκες και μαζί με συγκεκριμένους ανθρώπους. Το δημιουργό όμως θα τον λατρέψεις και θα τον θαυμάσεις από τη στιγμή που αρχίζει η δημιουργία του έως τη στιγμή που τελειώνει. Ούτε πολιτικός μέντορας είναι, ούτε υποχρεωτικά η τέχνη χαράσσει το δρόμο για την τομή, απλά την εκφράζει. Ο καλλιτέχνης δεν είναι Θεός, άσε που αυτός μάλλον δεν υπάρχει κιόλας, έτσι ακούω. Ακόμα και χριστιανός να είσαι και την έχεις ψάξει λίγο τη δουλειά, κάπου το λέει με τρόπο, ότι εμείς όλοι, είμαστε φτιαγμένοι κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν Του, άρα Θεοί, άρα Παντοδύναμοι.(Σατανικό γέλιο)
Και αν και μας τσάντισε ο Σαββόπουλος, εγώ κάτι θα παραθέσω. Έτσι, κάτι τυχαίο, μην πάει κάπου πονηρά το μυαλό σας.
“Τη νύχτα αυτή η αστυνομία
μάζεψε τους αλήτες απ’το πάρκο.
Πλάκωσε το εκατό
κι ακουγόταν μέχρι εδώ η σειρήνα.
Φύγε – φύγε όσο έμεινε καιρός,
γιατί η νύχτα στο κρατητήριο είναι κρύα.
Πώς βαστιέται τέτοιος εξευτελισμός;
και το στόμα σου φαρμάκι απ’ τα τσιγάρα.
Το πρωί στο λεωφορείο στριμωχτός,
μια διαδήλωση κοιτάς πίσω απ’ τα τζάμια. (…)
Κι έτσι εδώ σε ξαναβρίσκω
Αλέξη πες μου με τι λόγια να στο πω
Τα ορφανά μου που κρυώνουνε
μου κάνουνε βαρύ εκβιασμό
Που ακούστηκε ο Άλκης να πεθαίνει;
Όλη νύχτα ψήνονταν στον πυρετό
Στο διάδρομο είχα δει ένα νεκρό
Οι γιατροί δεν μας δίνουν σημασία
Βιαστικά μας κουβαλούν στα χειρουργεία
Η μποτίλια έχει αδειάσει
του μπάρμπα – Αλέξανδρου η μποτίλια έχει αδειάσει
Κι απ’ το πάρκο μέχρι εδώ
η σειρήνα του εκατό
Ακούς; – ουρλιάζει
Το δωμάτιο είναι κρύο και στενό
Κι ο Τσιτσάνης μ’ ένα -γιάλα με προγκάρει
Αυτή τη νύχτα η καρδιά μου είναι βαριά
δεν υπάρχει ούτε μια λέξη να την ψάξεις
Αλλά εσύ που μ’ αγαπούσες μια φορά
όπως πριν έτσι και τώρα θα με νιώσεις.”

Και είπεν ο Σαββόπουλος: «Ποιον να συλλυπηθώ για το Μανώλη Ρασούλη;» Ο τροβαδούρος -και ποιητής θα πω-, που στα γεράματα λέει πως «αγαπώ τον Πάγκαλο, αν και δεν τα φάγαμε μαζί», αναρωτιέται, εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν υπήρχε κάποιος κοντά στον Μανώλη Ρασούλη τις τελευταίες του ώρες. Γιατί ούτε να πεθάνει μπορεί κανείς με την ησυχία του. Δεν μπορεί να αποσυρθεί και να ζήσει όπως αγαπά. Ο μοναχικός άνθρωπος, αυτός δηλαδή που επιδιώκει τη μοναξιά είτε περιστασιακά είτε κάποια στιγμή στη ζωή του ολοκληρωτικά, δε συμφέρει. Δεν καταναλώνει τόσο, δε στηρίζει το σύστημα παρά λιγάκι, δεν είναι παραγωγικός κι όσον αφορά το μοναχικό άνθρωπο της τέχνης, δε βρίσκεται μέσα στη «σούπα», στις δημόσιες σχέσεις, δε συνάδει με τον τρόπο που παράγεται η τέχνη μέσα στον καπιταλισμό.



