“Πρέζα όμορφη, τις πάπιες ταΐσαμε.”

Δεν ξέρω τι συμβαίνει τελευταία, κάποιος ρίχνει ρατσιστόσκονη απ’την Ακρόπολη και το βοριαδάκι την παρασέρνει σε πάμπολλα ελληνικά σπίτια, μικροαστά, μεγαλοαστά, μικρομεγαλοαστά, αστά, αστά λάιτ, προλεταριακά, λούμπεν προλεταριακά (όχι, το λούμπεν δεν είναι γερμανικό γλυκό -αν δε διάβασες το Κεφάλαιο σου πριν πας για ύπνο πρέπει να πεις τη διεθνή 7 φορές- αλλά είναι  το εξαθλιωμένο προλεταριάτο χωρίς ταξική συνείδηση κατά Μαρξ, στο οποίο βέβαια φωλιάζει η ελπίδα για την επανάσταση κατά Μπακούνιν αλλά αυτό κι αν είναι μια μεγάλη συζήτηση) και τα λοιπά. Και προς έκπληξην πολλών, τρυπώνει και σε σπίτια ανδρών επιφανών που η γη δεν έχει γίνει τάφος, αλλά χαίρουν άκρας υγείας οι άνθρωποι – αυτό προς λύπην κάποιων, εγώ δε μοιράζομαι το συναίσθημα, ας μην υπερβάλλουμε, εδώ είναι ζωντανή η Τατιάνα Στεφανίδου, άσε που στο τέλος κανείς δε γλιτώνει. Έχουμε λοιπόν το Θεοδωράκη με το πολυσυζητημένο μόρφωμα του «ΣΠΙΘΑ» και τις κατά καιρούς εθνικιστικές εξάρσεις, τον Κούνδουρο με τις βίαιες ρατσιστικές δηλώσεις και τώρα το Σαββόπουλο με τα σχόλια περί ναρκομανών, μεταναστών και «καθαρισμού» του κέντρου της πόλης.

Οι πιο πολλοί εκπλήσσονται και αγανακτούν, όπως κι εγώ εκ πρώτης, γιατί σου λέει δε γίνεται, εσύ, που κάποτε με το έργο σου αλλά και με τη ζωή σου αντανακλούσες ιδεώδη κι εξέφραζες με παρρησία, ειλικρίνεια, έμπνευση, ταλέντο και λυρισμό ιδέες και συναισθήματα, πολύτιμα για την πολιτιστική πορεία προς την Ελευθερία του Πνεύματος και της Έκφρασης –ή κάτι τέτοιο όχι τόσο πομπωδώς διατυπωμένο- να λες ασύστολες κι εξωφρενικές ακυρίλες. Και δε μπορεί να τα λες γιατί έχεις κι ευθύνη από τη στιγμή που σου προσφέρεται το βήμα λόγω ιδιότητος. Αλλά εντάξει, πόσα να αντέξει κι ο κόσμος; Οι Μπουμπούκοι φροντίζουν να εξαντλούν τη γλίτσα, τη σκατοψυχία, τη βλακεία και τη διεστραμμένη λογική τόσο εκτενώς που μετά, οποιαδήποτε δήλωση των παραπάνω, εννοείται πως είναι όχι μόνο δημοκρατική, αλλά μη σας πω και βαθιά ριζοσπαστική και επαναστατική.

Όμως αυτό που θέλω να πω είναι ότι ένας άνθρωπος δεν χαρακτηρίζεται από μόνο ένα πράγμα. Ο καλλιτέχνης είναι κι αυτός ένας άνθρωπος. Με μια πιο σπάνια και λίγο μαγική δεξιότητα. Δεν είναι όμως ο μάγος της φυλής, που ό,τι λέει έχει βαρύνουσα σημασία για κάποιο μεταφυσικό λόγο. Γιατί αν αυτά που είπε ο Σαββόπουλος τα έλεγε κάποιος θείος μας, σιγά τα εξωφρενικά, δε θα κάναμε έτσι, άσε που τα λέει κιόλας και δεν του λέμε και τίποτα. Θυμώνουμε όμως πιο πολύ μαζί του γιατί μας ματαιώνει τη λανθασμένη προσδοκία. Ο ιξ καλλιτέχνης έχει ένα ιδιαίτερο χάρισμα που προσπάθησε και κατάφερε να εκφράσει υπό συγκεκριμένες συνθήκες και μαζί με συγκεκριμένους ανθρώπους. Το δημιουργό όμως θα τον λατρέψεις και θα τον θαυμάσεις από τη στιγμή που αρχίζει η δημιουργία του έως τη στιγμή που τελειώνει. Ούτε πολιτικός μέντορας είναι, ούτε υποχρεωτικά η τέχνη χαράσσει το δρόμο για την τομή, απλά την εκφράζει. Ο καλλιτέχνης δεν είναι Θεός, άσε που αυτός μάλλον δεν υπάρχει κιόλας, έτσι ακούω. Ακόμα και χριστιανός να είσαι και την έχεις ψάξει λίγο τη δουλειά, κάπου το λέει με τρόπο, ότι εμείς όλοι, είμαστε φτιαγμένοι κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν Του, άρα Θεοί, άρα Παντοδύναμοι.(Σατανικό γέλιο)

Και αν και μας τσάντισε ο Σαββόπουλος, εγώ κάτι θα παραθέσω. Έτσι, κάτι τυχαίο, μην πάει κάπου πονηρά το μυαλό σας.

“Τη νύχτα αυτή η αστυνομία
μάζεψε τους αλήτες απ’το πάρκο.
Πλάκωσε το εκατό
κι ακουγόταν μέχρι εδώ η σειρήνα.
Φύγε – φύγε όσο έμεινε καιρός,
γιατί η νύχτα στο κρατητήριο είναι κρύα.
Πώς βαστιέται τέτοιος εξευτελισμός;
και το στόμα σου φαρμάκι απ’ τα τσιγάρα.
Το πρωί στο λεωφορείο στριμωχτός,
μια διαδήλωση κοιτάς πίσω απ’ τα τζάμια.                                                                          (…)

Κι έτσι εδώ σε ξαναβρίσκω
Αλέξη πες μου με τι λόγια να στο πω
Τα ορφανά μου που κρυώνουνε
μου κάνουνε βαρύ εκβιασμό
Που ακούστηκε ο Άλκης να πεθαίνει;
Όλη νύχτα ψήνονταν στον πυρετό
Στο διάδρομο είχα δει ένα νεκρό
Οι γιατροί δεν μας δίνουν σημασία
Βιαστικά μας κουβαλούν στα χειρουργεία

Η μποτίλια έχει αδειάσει
του μπάρμπα – Αλέξανδρου η μποτίλια έχει αδειάσει
Κι απ’ το πάρκο μέχρι εδώ
η σειρήνα του εκατό
Ακούς; – ουρλιάζει
Το δωμάτιο είναι κρύο και στενό
Κι ο Τσιτσάνης μ’ ένα -γιάλα με προγκάρει
Αυτή τη νύχτα η καρδιά μου είναι βαριά
δεν υπάρχει ούτε μια λέξη να την ψάξεις
Αλλά εσύ που μ’ αγαπούσες μια φορά
όπως πριν έτσι και τώρα θα με νιώσεις.”

“Ντού ιτ γιορσέλφ”

Τις προάλλες σκεφτόμουν το εξής ζήτημα: αυτό της αμεσότητας και της διαμεσολάβησης. Δηλαδής. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία, έμμεση ούσα, χρησιμοποιεί φετιχιστικά και κατά κόρον τη διαμεσολάβηση, πολλές φορές σε σημείο που πραγματικά είναι κόντρα σε κάθε λογική και κάθε φυσική ανθρώπινη λειτουργία. Δεν πρόκειται να αναλύσω τα επίπεδα και τους τρόπους που ασκείται η υποτιθέμενη έμμεση εξουσία από το λαό στις διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής πραγματικότητας, μάλλον δε μπορώ κιόλας (υποτιθέμενη γιατί θεωρώ a priori ότι η διαμεσολάβηση τελικά όχι μόνο φθείρει αλλά καταργεί την έννοια της άσκησης εξουσίας του λαού ακόμα και στην ιδανική μορφή της,  αλλά μεγάλη κουβέντα και θα αφορούσε ένα άλλο κείμενο) και απλά θα αναφέρω ένα παράδειγμα της καθημερινότητας στο οποίο αντανακλάται αυτού του είδους η εμμονή με τη διαμεσολάβηση και παρόλο που φαντάζει μικρό και ασήμαντο, νομίζω πως έχει πλάκα να το αναλύσει κανείς.

Παράδειγμα: Παρακολουθείς μια παράσταση και κάποιος μέσα στην αίθουσα μιλά ή κάνει φασαρία και ενοχλείσαι.

1)Συμπεριφορά με βάση τη διαμεσολάβηση: Σηκώνεσαι και αποφασίζεις να ψάξεις τον «αρμόδιο», που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι κάποιος από το προσωπικό του θεάτρου. Κάνεις σε εκείνον την παρατήρηση, λέγοντας του πως κάποιοι κάνουν φασαρία και πως πρέπει να τους πει να σταματήσουν. Πιθανό επίσης είναι να προσθέσεις κι ένα σχόλιο του τύπου «μα τι κάνετε, δεν τους ακούτε, δεν κάνετε καλά τη δουλειά σας» κλπ.

2)«Φυσική», άμεση συμπεριφορά: Σηκώνεσαι και χαμηλόφωνα και ευγενικά, λες στους ίδιους πως σε ενοχλούν κι αν μπορούν να μιλάν πιο χαμηλόφωνα ή καθόλου.

Με αυτή τη χριστική (εκ του Χριστού, ο οποίος μαθαίνω ότι πρόσφατα αναστήθηκε ξανά – μα καλά, δεν έχει βαρεθεί κάθε χρόνο;) αλλά και χρήσιμη παραβολή, αυτό που θέλω να πω είναι πως η περιβόητη έννοια της εκπροσώπησης και της μη άμεσης άσκησης οποιασδήποτε εξουσίας (γιατί χωρίς αμφιβολία ασκείται εξουσία τη στιγμή που ο υπάλληλος δίνει μια εντολή, η οποία υπογραμμίζεται και από το γεγονός ότι φοράει και στολή, αφού από μόνη της η ομοιογένεια στην εμφάνιση των ατόμων του ίδιου επαγγέλματος είναι δήλωση διαφοροποίησης και υπεροχής, ακόμη κι αν είναι απλά κάποια ρούχα, αφού σα σύμβολο λειτουργεί το ίδιο με μια στρατιωτική στολή με ένα κιλό παράσημα, δεν έχει σημασία) έχει τόσο βαθιά εντυπωθεί και έχει γίνει μια αντανακλαστική ενέργεια που πραγματικά καταρρίπτει τη λογική. Τι διαφορετικό δηλαδή και τι καλύτερο θα μπορούσε να κάνει ο χι υπάλληλος στην επίλυση του συγκεκριμένου και τεράστιου προβλήματος; Το μόνο έλλογο επιχείρημα για αυτή την ενέργεια είναι να πει κανείς ότι ο ενοχλών, θα συμμορφωνόταν στον υπάλληλο ευκολότερα, αλλά αυτή η λειτουργία που ισχύει, σηκώνει άλλη ανάλυση. Απλά η ανάγκη για χρήση της απειροελάχιστης εξουσίας, πλασματικής και επινοημένης (αφού δεν πρόκειται για ουσιαστική ανάγκη αλλά για μια επίκτητη αυτιστική ενέργεια) που νομίζει ότι ασκεί εκείνη τη στιγμή το άτομο που ενοχλείται, χρησιμοποιώντας το «δικαίωμα» να σπεύσει στις «αρχές», που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο υπάλληλος, τον μπερδεύει και δεν μπαίνει καν στη διαδικασία να σκεφτεί την πιο απλή, λιγότερο χρονοβόρα και στην τελική ανθρώπινη λύση, που είναι ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ.

Η ίδια λογική θα ίσχυε εάν αντί για θεατής πούμε πολίτης. Σίγουρα το ότι το παράδειγμα είναι απλοϊκότατο και ότι σε καμία περίπτωση δεν εξισώνεται το «σσσστ» που θα κάνεις στην κυρία που δεν το βουλώνει με ένα π.χ. νομικο-οικονομικό ζήτημα, νομίζω είναι σαφές. Δε λέω πως δεν χρειάζεται ο ειδήμονας, ο επιστήμονας, ο ειδικός. Ίσα-ίσα. Απλά ο αρμόδιος, αυτός που έχει την ισχύ, δεν είναι ταυτόσημος με τον ειδήμονα… Είναι εύκολο να ανακουφιστεί κανείς από την ύπαρξη ενός παντογνώστη, ενός ανώτερου από εσένα όντος που μπορείς να τρέξεις κοντά του προς εύρεση λύσης. Κρατά το Άγιο Δισκοπότηρο της Αρμοδιότητας στο χέρι και για να τον καλέσεις, αρκεί να φωτίσεις ένα μεγάλο ΕΥΡΩ πάνω από τον ουρανό της πόλης. Ή κάπως έτσι. Είναι σίγουρα μια ανακουφιστική ιδέα. Γι’αυτό νομίζω έπιασε κι έγινε μέινστριμ κι ο Άλλος, πως τον λεν να δεις, ο Θεός. Τελοσπάντων. Η πραγματική, ουσιαστική εξέλιξη και αλλαγή συνίσταται στην αυτενέργεια και τη συνειδητή σύμπραξη με το πνεύμα ενός άλλου. Η εξουσία ως φετίχ υπερνικά την αξιοκρατία και την έλλογη χρήση του ανθρώπινου πνεύματος. Δεν το λέω για νέο. Απλά το λέω. Για να στηριζόμαστε στις δυνάμεις μας.

«Δε μπορεί θέ μου να φύγει κανείς μοναχός του»

Και είπεν ο Σαββόπουλος: «Ποιον να συλλυπηθώ για το Μανώλη Ρασούλη;» Ο τροβαδούρος -και ποιητής θα πω-, που στα γεράματα λέει πως «αγαπώ τον Πάγκαλο, αν και δεν τα φάγαμε μαζί», αναρωτιέται, εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν υπήρχε κάποιος κοντά στον Μανώλη Ρασούλη τις τελευταίες του ώρες. Γιατί ούτε να πεθάνει μπορεί κανείς με την ησυχία του. Δεν μπορεί να αποσυρθεί και να ζήσει όπως αγαπά. Ο μοναχικός άνθρωπος, αυτός δηλαδή που επιδιώκει τη μοναξιά είτε περιστασιακά είτε κάποια στιγμή στη ζωή του ολοκληρωτικά, δε συμφέρει. Δεν καταναλώνει τόσο, δε στηρίζει το σύστημα παρά λιγάκι, δεν είναι παραγωγικός κι όσον αφορά το μοναχικό άνθρωπο της τέχνης, δε βρίσκεται μέσα στη «σούπα», στις δημόσιες σχέσεις, δε συνάδει με τον τρόπο που παράγεται η τέχνη μέσα στον καπιταλισμό.

Επίσης, δε συμφέρει να είναι κάποιος μόνος του γιατί τότε μπορεί και να σκεφτεί κι άμα σκεφτεί βράσ’τα, μπορεί να δράσει κιόλας.  Άρα, η μοναξιά δεν υποσκάπτει απαραίτητα τη συλλογικότητα και την πολιτική δράση, μάλλον την ενισχύει. Δεν πλέκω το εγκώμιο του «ιδιώτη», idiot, του απολίτικου. Ένας μοναχικός άνθρωπος μπορεί να είναι και βαθιά πολιτικοποιημένος. Γιατί έχει την ευχέρεια να σκεφτεί. Οπότε καλύτερα να απασχολούμε συνεχώς το μυαλό του με τηλεόραση, με πλασματικές καταναλωτικές ανάγκες ώστε, όταν και άμα μείνει μόνος του, πρώτα από όλα να σκεφτεί να καταναλώσει και μετά οτιδήποτε άλλο. Επίσης μπορούμε να τον διασκεδάζουμε φτηνά και εύκολα, με εύκολες μουσικές και εύπεπτες ταινίες. Όπως είχε απαντήσει και κάποια κοπέλα σε ένα ρεπορτάζ, όταν τη ρώτησαν για μια ελληνική κωμωδία που παιζόταν εκείνο τον καιρό: «Πολύ ωραία ταινία, να τη δείτε. Δε σε προβληματίζει.» Ε ναι, για προβληματισμούς είμαστε τώρα;

Και να θες λοιπόν να μείνεις μόνος δε σε αφήνουν. Από πού να πρωτοαπομονωθείς, είναι πολλά τα μέτωπα. Δεν πα να μη συμφέρουν, αλληλεγγύη σε αυτούς που θέλουν να ‘ναι μόνοι. Συνειδητά «ανεπαισθήτως κλείστηκαν από τον κόσμον έξω». Όσοι φύγαν κιόλας από τον κόσμο, ας τους αφήσουμε να αναπαυθούν. Ε μα πια. «Δε μπορεί θέ μου να φύγει κανείς μοναχός του». (Μ.Α.)

Jabba Πάγκαλος

Ξαναβλέποντας τον Πόλεμο των Άστρων μετά από καιρό (με τις σκηνές διαστημο-κυνηγητού στο φαστ φόργουορντ, που βέβαια πάντα εγείρεται η κλασσική σπαστική νερντ απορία πώς ακούγονται οι εκρήξεις, αφού ο ήχος δε μεταδίδεται στο διάστημα – αλλά ας μείνουμε στο θέμα) και σε συνδυασμό με την επικαιρότητα, που μονοπωλούσε ο Θ. Πάγκαλος και οι δηλώσεις του, γεννήθηκε μια ένοχη αλλά ταυτόχρονα άκρως διασκεδαστική σκέψη στο μυαλό μου. Τι εννοώ όμως με αυτό.

Γενικά βρίσκω άσκοπη τη χλεύη για το σωματότυπο του εν λόγω πολιτικού καθώς δεν είναι αυτό το πρόβλημα του θέματος, άσε που δεν έχουμε και τίποτα με τους χοντρούς και είναι και το ίδιο ανούσιο με το να πεις ότι ο Παβαρόττι είναι χοντρός. Δεν είναι το πιο ενδιαφέρον του γνώρισμα, επισημαίνει με κακεντρέχεια το προφανές, αποπροσανατολίζει από την ουσία και είναι στενόμυαλη.

Βέβαια,  όπως και να το κάνουμε, έχει κάτι το ανθρώπινο και το υγιές αυτή η παρατήρηση γι’ αυτό και παρ’όλα αυτά, υπέπεσα στον πειρασμό αλλά δεν θα μείνω εκεί. Η ένοχη σκέψη γεννήθηκε μόλις εμφανίστηκε στην ταινία  ο Jabba the Hut, ο αηδιαστικός εκείνος κακός εξωγήινος που είναι κάτι σαν μαφιόζος του διαστημικού υποκόσμου. Μου θύμισε τον Πάγκαλο. Σε πολλά του. Καταρχάς, το εμφανισιακό δεν ήταν το πρώτο. Είναι το εξής: ο Λουκ Σκαιγουώκερ, ο καλός (το λέω για τους μη γνώστες των Σταρ Γουόρς, ναι, για σένα το λέω), ενώ έχει καταφέρει με την αρχέγονη σοφία των τζεντάι να ελέγξει τη σκέψη όλων των υπόλοιπων μικροκακών και να μπει στα ενδότερα του κρησφύγετου, δε μπορεί με τίποτα να καθοδηγήσει το μυαλό του αρχηγού Jabba, τα βρίσκει σκούρα και πρέπει με προσοχή και υπομονή να διαπραγματευτεί μαζί του. Έτσι λοιπόν, το διαστημικό άλτερ έγκο του Θεόδωρου είναι έξυπνο. Αναμφισβήτητα. Είναι μάγος της συζήτησης και της διαπραγμάτευσης. Σίγουρα. Έχει μεγάλη δύναμη στα χέρια του. Ξέρει να επιλέγει τους φίλους που του χρειάζονται και να κρατά σε απόσταση τους εχθρούς. Είναι λάτρης των απολαύσεων και της καλοπέρασης. Όπως ο ίδιος ο Θεόδωρος δήλωσε ”εγώ δεν είμαι της Αριστεράς, με την έννοια της αριστερής προέλευσης, όπου πάνε σε ένα σπίτι, κλαίνε όλοι μαζί και μετά λένε τι ωραία που περάσαμε!”. Επίσης, σπάνια θα δεις έναν Jabba the Hutt έξω στο δρόμο ή σε κάποιο τυχαίο μαγαζί. Κι ο Θεόδωρος,  όταν κάποια φορά πήγε να φάει σε μια ταβέρνα, οικογένειες που επίσης έτρωγαν εκεί δίπλα τον γιούχαραν (τρου στόρυ).  Έτσι λοιπόν, δε μπόρεσα να μη φανταστώ και τον Πάγκαλο, ως ένα γήινο Jabba the Hutt, αποσυρμένο από την κοινωνία στο κρησφύγετο του,  σε κάποια πολυτελή σπηλιά, με τους υποτακτικούς του, διάφορα επίσης σιχαμερά και πανούργα πλάσματα να τον περιβάλλουν, με όλα τα αγαθά του κόσμου, με ποτά και σκλάβες, να γελά χαιρέκακα για την υπεροχή του. Αυτός ο συνειρμός ήταν μοιραίος όσο και διασκεδαστικός. Όσο για τον κόσμο που θα χρειαστεί αναπόφευκτα κάποια στιγμή να αντιμετωπίσει ή τον έναν ή τον άλλον ή διαφόρους αντίστοιχους Παγκάλους the Hutt, αν και δεν κατέχει αρχέγονη σοφία ή φωτόσπαθα, κάποιο τρόπο θα βρει εξίσου αποτελεσματικό… Έτσι τουλάχιστον έχει δείξει η ιστορία. Μέι δε φορς μπι γουιδ ας.

Σ’ ευχαριστώ, μαμά εταιρεία!

Από Σάσα Μπρετόν

Κοίτα να δεις, άκου να ακούσεις, πως τα φέρνει η άτιμη πραγματικότης. Κάποτε ονειρευόσουν γαίες ελευθερίας, αρνιόσουν ότι μπορούσες (εκ του ασφαλούς, με οχυρό την παιδικότητα, τη θαλπωρή της οικογένειας και του σχολείου) και φώναξες με πάθος: «Εγώ; Τι λέτε μωρέ; Εγώ δε θα δουλέψω ΠΟΤΕ σε εταιρεία. Μπουρλόοοτο. Εγώ δεν είμαι γι’αυτά, είμαι για τα άλλα.» Αμ δε. Την πάτησες. Η μοίρα σου ήταν άλλη, ωιμέ, ωιμέ. Λειτουργικά κάτι έπρεπε να κάνεις, εωσότου γίνεις ο νέος Φελίνι, Χατζιδάκις, Βούδας, Μπακούνιν, Πόε, Δον Κιχώτης ή ξέρω γω τι άλλο, για να εξασφαλίζεις τα προς το τζιν, τη βότκα, το λευκό κρασί, τη μπύρα ή ό,τι. «Ε εντάξει μωρέ, θα πάω να δουλέψω εκεί, θέατρο είναι, όσο να ‘ναι, στο χώρο της τέχνης θα βρίσκομαι, πόσο άσχημα μπορεί να είναι;» Με το που έκανες αυτή τη σκέψη, κάτι μεταφυσικά γελάκια ακούστηκαν από τον άλλο κόσμο (ε, ήταν η Θάτσερ, ο Κέινς, ο Ρήγκαν, τέλος πάντων, πολύ φιλελεύθερα γελάκια). Και ξεκίνησες το εταιρικό ταξίδι.

«Παιδιά, εδώ είμαστε μια μεγάλη οικογένεια.» Βέβαια, ειδικά αν μιλάμε για ελληνική οικογένεια, όπου δεν πα να ψοφάει ο αδερφός σου, αφού δεν πήρες και το μερίδιο του από το χωράφι της θείας σου στο Λιτόχωρο, ποσώς σε ενδιαφέρει. «Έχετε δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις.» Γνωστό μότο, εφαρμοσμένο και στην κοινωνία με μεγάλη επιτυχία ουκ ολίγες φορές (μπουχαχαχαχα, καλό) αλλά μια διευκρίνιση: εννοεί μάλλον ο ποιητής ότι η εταιρεία έχει τα δικαιώματα κι εσύ τις υποχρεώσεις. «Οφείλουμε να είμαστε ευγενικοί μεταξύ μας.» Εννοείται, ΕΜΕΙΣ μεταξύ μας.  Η ευγένεια πάει με φορά οριζόντια και προς τα πάνω. Στο προς τα κάτω δεν ισχύει. Ο πρόεδρος της εταιρείας φωνάζει στην υπεύθυνη κοινού, αλλά στον ιδιοκτήτη του κολοσσού που έχει εκατό θέατρα και πενήντα εφημερίδες  και μια δισκογραφική προφανώς και όχι, εντάξει αυτονόητο. Και το ίδιο ισχύει κατεβαίνοντας.

Η υπεύθυνη κοινού είναι ο σερ Λώρενς Ολίβιε με τον πρόεδρο, με τους ταξιθέτες dominatrix. Και συνεχίζουμε την κάθοδο περιμένοντας την έκπληξη, αλλά μάταια, γιατί και οι ταξιθέτες με τη σειρά τους έχουν κι εκείνοι εξουσιολαγνικά τον αποδιοπομπαίο τράγο τους, που είναι οι καθαρίστριες και ενίοτε οι θεατές. Και στο τέλος αφήνω τα ωραία, αυτά που ακούγονται όχι πια από στόμα εταιρικό, αλλά από «συναδελφικό», διαποτισμένο βέβαια αναπόφευκτα με εταιρίλα (μιλάμε για πολύ συναδελφικότητα): «Ελένη, (ένα φοβερό άτομο,τι να λέμε τώρα, αλλά βγαίνω εκτός θέματος) γιατί δεν πήγες τον Άδωνι Γεωργιάδη (!…) στη θέση του;», «Γιατί άλλαξες θέση στις 80χρονες κυρίες που δε βλέπανε και στέκονταν όρθιες; Είναι ενάντια στην πολιτική του θεάτρου.», «Μην πεις τίποτα στον κύριο που τρώει, είναι της εταιρείας, πες στο παιδάκι που κάθεται 2 σειρές πιο κάτω.» «Η κυρία δε θα περάσει στην αίθουσα, δεν πειράζει που είναι σε καροτσάκι, έχει αργήσει. Τι; Είναι η ΤΑΔΕ; Ναι, περάστε.» Και τα λοιπά λυπητερά.

Δεν πειράζει, εντάξει. Τι να πουν και οι Κούνεβες. Οπότε σκάστε και κολυμπάτε. Να πάρουμε το δώρο Χριστουγέννων, να ψωνίσουμε το κατιτίς μας, να πληρώσουμε τις πρόβες μας, να πάμε τα ταξίδια μας. Χάπι εντ.

Κάποτε λέγαμε μαζί/ να μην αλλάξουμε ζωή/ κι εσύ μου έλεγες ποτέ δε θα ξεχάσω.

Τώρα με λόγχη το φακό/ του ταξιθέτη, φωτεινό/ με ανακρίνεις και μου λες να ησυχάσω.

Μα δεν πειράζει, ευχαριστώ/ Γιατί μου έδειξες μ’αυτό/ Τι να αποφύγω σαν κι εσένα να μη γίνω.

Κι ας έχω πιο πολλούς εχθρούς/ Θα έχω πιο σημαντικούς/ Φίλους για να τα πίνω.

Αφιερωμένο εξαιρετικά από το Μιχάλη από τη Γκράβα στη Βασιλικούλα από το Περιστέρι. Και κλείνοντας, ένα κουόουτ εταιρικό, όπως αναφέρεται στο “The Corporation”: «Αναζητώντας τον πλούτο και την αφθονία, δημιουργήσαμε κάτι που θα μας καταστρέψει.» Όπερ έδει δείξαι.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 32 other followers